Ο κορονοϊός βάθυνε και την πανδημία της ανισότητας

Δεν ήταν μόνο οι υγειονομικοί που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Και σε άλλους τομείς που κρίθηκαν ως «βασικές υπηρεσίες» η πλειονότητα των εργαζομένων είναι γυναίκες. Αποτελούν το 93% των παιδοκόμων και βοηθών δασκάλων, το 95% των οικιακών βοηθών και καθαριστών, το 82% των ταμιών σε σούπερ μάρκετ. Χάρη σε αυτές, που δεν έχουν την επιλογή ούτε τη δυνατότητα της κοινωνικής αποστασιοποίησης για να προστατευτούν από τον ιό, σε σημαντικό βαθμό διατηρήθηκαν ενεργά τα υγειονομικά, κοινωνικά και οικονομικά μας συστήματα.


Την ώρα που η υφήλιος τιμά την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας διεκδικώντας τα αναφαίρετα δικαιώματά της, η πανδημία του κορονοϊού υπονομεύει κατακτήσεις και απειλεί με οπισθοχώρηση δεκαετιών στην ισότητα των φύλων. Οι γυναίκες βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά της πανδημίας. Αλλά η τεράστια κρίση που έφερε στις κοινωνίες και τις οικονομίες μας ο Covid-19 έχει δυσανάλογα αρνητικές συνέπειες γι' αυτές.


Από τη μεγαλύτερη έκθεσή τους στον ιό ώς την επιβάρυνση με πρόσθετες ευθύνες φροντίδας παιδιών και σπιτιού και την αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, η καθημερινότητά τους επιδεινώνεται, όπως δείχνει η έρευνα «Οι κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες της πανδημίας του Covid-19 στην ισότητα φύλου», που εκπόνησε το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων (EIGE) για λογαριασμό της πορτογαλικής προεδρίας της Ε.Ε. «Το φύλο αποτελεί έναν από τους βασικούς δείκτες αυτής της κρίσης ως προς το κατά πόσο ένα άτομο θα ανακάμψει αλώβητο» προειδοποιεί σχετικό ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου και οι στατιστικές που παρουσιάζει το EIGE αποκαλύπτουν μιαν αδυσώπητη ανισότητα που βαθαίνει. Αυτοί που σήμερα από θέσεις εξουσίας βγαίνουν και συγχαίρουν τις «μαχήτριες της πρώτης γραμμής», αν το εννοούν οφείλουν ανάμεσα στα πολλά άλλα να επαναξιολογήσουν τη σημασία της οικονομίας της φροντίδας επενδύοντας σε κάθε μορφή της και να θέσουν την προοπτική φύλου στο επίκεντρο των πολιτικών ανάκαμψης.

Οι γυναίκες στην πρώτη γραμμή

Η πανδημία αύξησε την ανάγκη της κοινωνίας για υπηρεσίες φροντίδας, είτε αυτές είναι γονείς που φροντίζουν τα παιδιά τους είτε νοσηλευτικό προσωπικό που περιθάλπει ασθενείς. Η φροντίδα είναι μια γυναικεία υπόθεση στην Ε.Ε., αφού αυτές αποτελούν το 76% των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης (γιατροί, νοσηλεύτριες, μαίες, προσωπικό σε οίκους ευγηρίας και κοινωνικές δομές) και το 86% των εργαζομένων στον τομέα προσωπικής φροντίδας στην Ε.Ε. Είναι οι πρώτες που βρέθηκαν να δίνουν μάχη με τον Covid.


Ελλείψει επενδύσεων, προσλήψεων, μέτρων ανακούφισης σε συστήματα που ήδη είχαν γνωρίσει τεράστιες περικοπές, χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν ατέρμονες ώρες δουλειάς, κάποιες φορές ακόμα και με ακατάλληλα προστατευτικά μέτρα, να συμφιλιωθούν με ανείπωτες συνθήκες και αριθμούς θανάτων, να ζουν με τον συνεχή φόβο μην κολλήσουν και μολύνουν και τις οικογένειές τους και για όσες είναι και μητέρες να βρουν τρόπους –όσο φρόντιζαν για τους ασθενείς– να διευθετήσουν ποιοι και πώς θα φρόντιζαν τα παιδιά τους, ιδίως όσο τα σχολεία είναι κλειστά.

Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, το 23% του συνόλου των κρουσμάτων αφορούσαν εργαζόμενους στο υγειονομικό σύστημα της Ε.Ε., με τις γυναίκες να αποτελούν το 72% όσων μολύνθηκαν σε αυτόν τον τομέα. Ενας καίριος τομέας (και) σε αυτήν την κρίση, στον οποίο ωστόσο οι γυναίκες –δηλαδή η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων– εξακολουθούν να αμείβονται κατά 11,5% λιγότερο από τους άντρες συναδέλφους τους που εργάζονται σε ανάλογες θέσεις εργασίας και τις ίδιες ώρες, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ). Αν μπορούσε κανείς να συμπυκνώσει τις συνθήκες δουλειάς τους με λίγες λέξεις, αυτές είναι υπερεργασία και χαμηλές αμοιβές.


Δεν ήταν μόνο οι υγειονομικοί που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή. Και σε άλλους τομείς που κρίθηκαν ως «βασικές υπηρεσίες» πάλι η πλειονότητα των εργαζομένων είναι γυναίκες. Αποτελούν το 93% των παιδοκόμων και βοηθών δασκάλων, το 95% των οικιακών βοηθών και καθαριστών, το 82% των ταμιών σε σούπερ μάρκετ. Χάρη σε αυτές, που δεν έχουν την επιλογή ούτε τη δυνατότητα της κοινωνικής αποστασιοποίησης για να προστατευτούν από τον ιό, σε σημαντικό βαθμό διατηρήθηκαν ενεργά τα υγειονομικά, κοινωνικά και οικονομικά μας συστήματα. Κι όμως, πρόκειται για μερικές από τις πιο υποτιμημένες κοινωνικά δουλειές, συνήθως χαμηλά αμειβόμενες και επισφαλείς, απόρροια της πατριαρχικής αντίληψης ότι η φροντίδα είναι γυναικεία ευθύνη στο σπίτι και προσφέρεται δωρεάν κι ότι δεν έχει οικονομική αξία γιατί «δεν είναι πραγματική δουλειά».


Οι φροντιστές υγείας και όσοι φροντίζουν άτομα στα σπίτια τους δουλεύουν σε εξαιρετικά επισφαλείς συνθήκες: ένας στους πέντε δουλεύει σε προσωρινή θέση εργασίας και τέσσερις στους δέκα με μερική απασχόληση, έτσι που δεν είναι να απορεί κανείς που το 50% βρίσκεται ανάμεσα στους χαμηλότερα αμειβόμενους εργαζόμενους. Το δε τυπικό πορτρέτο των οικιακών βοηθών και καθαριστριών στην Ε.Ε. είναι γυναίκα (95%), που δουλεύει κυρίως με μερική απασχόληση (69%), με σχετικά χαμηλές δεξιότητες (56%) και μετανάστρια (55%). Οι τελευταίες, στην πλειονότητά τους, επίσης εργάζονται άτυπα, χωρίς εργασιακά δικαιώματα ή κοινωνική προστασία, χωρίς να απολαμβάνουν υγειονομική περίθαλψη και χωρίς δικαίωμα σε αναστολή ή επίδομα ανεργίας, τώρα που η επιδημία άφησε χιλιάδες χωρίς δουλειά, αφού πολλές οικογένειες δεν μπορούν πλέον να πληρώνουν για τις υπηρεσίες τους.

«Γυναίκες τα βάζουν με τα θηρία και τα βγάζουν πέρα»

Δέσποινα, γιατρός


Η Δέσποινα Τοσουνίδου είναι γιατρίνα. Και συνδικαλίστρια. Και μητέρα. Ενας άνθρωπος μάχιμος σε κάθε πλευρά της ζωής, αλλά, όπως λέει, «δεν θα μιλήσω για μένα». Οχι μονάχα γιατί είναι η πρόεδρος των εργαζομένων στο «Ασκληπιείο» της Βούλας κι επομένως μιλάει για καθεμία συναδέλφισσά της και για όλες μαζί, αλλά και γιατί «εγώ έχω την τύχη ο σύντροφός μου να είναι επαναστάτης κομμουνιστής. Κι αυτό το δικαιώνει, ασχολείται με το σπίτι, διαβάζει τα παιδιά – θεωρώ ότι δυστυχώς είναι εξαίρεση, αντιλαμβάνεται ότι η ισότητα είναι καθημερινή δουλειά και μάχη».


Η Δέσποινα μας παίρνει από το χέρι και μας πάει στην καθημερινή ζωή του νοσοκομείου. Εκεί όπου γιατρίνες, ειδικευόμενες, νοσηλεύτριες, καθαρίστριες δίνουν όλες μαζί τη μάχη κατά της πανδημίας, αλλά και τη μάχη της αξιοπρέπειας. «Πιέζονται σε κάθε κομμάτι της γυναικείας τους ταυτότητας. Η Πολιτεία τούς φέρεται σαν να χρωστάνε και να πρέπει να δώσουν σε όλα τα μέτωπα κάτι παραπάνω, χωρίς να τους αναγνωρίζεται αυτό το έργο – αν εξαιρέσουμε το χειροκρότημα της Μαρέβας πριν από ένα χρόνο γιατί μετά άρχισαν οι σφαλιάρες», μας λέει.


«Ολες έχουν δεχτεί πλήγμα και αφόρητη πίεση εδώ και ένα χρόνο», συνεχίζει η Δέσποινα. «Γιατρίνες, μαμάδες ανηλίκων υποχρεώνονται να κάνουν 10 εφημερίες τον μήνα σε κλινική Covid, λείπουν τις μισές μέρες του μήνα και απαξιώνονται από την Πολιτεία, που δεν τους δίνει καν το περιθώριο ανάπαυσης κι εκπαίδευσης και, φυσικά, δεν τις πληρώνει». Δίπλα τους οι ειδικευόμενες, οι πιο χτυπημένες από τις συνθήκες ίσως, αφού ενώ είναι γιατρίνες που θα έπρεπε να εκπαιδεύονται, εντέλλονται ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους να πάνε σε κλινική Covid. «Εχουμε πλήθος γιατρών που εδώ και ένα χρόνο δουλεύουν απλήρωτοι, η διοίκηση κόβει εφημερίες, πια δεν μετράνε... Ζητάμε να ενταχθούμε στα βαρέα και μας λένε ότι αυτό κοστίζει», υπογραμμίζει.


«Πολλές νοσηλεύτριες έφυγαν από το σπίτι γιατί είχαν παιδιά ή συζύγους σε ευπαθείς ομάδες, χαιρετάγανε τα παιδιά τους κάτω από το μπαλκόνι. Δουλεύουν πρωί και νύχτα, πολύ συχνά στο ίδιο 24ωρο. Πολλές άνω των 50 υποφέρουν από επαγγελματικές νόσους, απειλούνται από μπερν άουτ, αντλούν δύναμη από το πολύ υψηλό φρόνημα και την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Είναι γυναίκες που τα βάζουν με τα θηρία και τα βγάζουν πέρα – οι ίδιες ξέρουν ποιες είναι οι πληγές τους. Ειδικά όσες δουλεύουν στα χειρουργεία υφίστανται ιεραρχική και υπαινικτικά σεξιστική συμπεριφορά από τους άνδρες χειρουργούς. Δεν καταγγέλλουν γιατί φοβούνται. Εχει γίνει καταγγελία κι από γιατρίνα. Εγώ η ίδια το έχω βιώσει ως ειδικευόμενη», τονίζει.


Στο νοσοκομείο εργάζονται και 11 εργολαβικές καθαρίστριες, «παλεύουμε για να αποσοβήσουμε την απόλυσή τους», μας λέει η Δέσποινα ενώ περιγράφει το «απολύτως ιατροκεντρικό, σκληρά ιεραρχικό σύστημα υγείας»: «Ζητάνε από τις εναπομείνασες κουρασμένες γυναίκες των 45 και 50 ετών να καλύψουν στη βάρδια τους 100 στρέμματα. Η απάντηση από τους άνδρες διευθυντές είναι “δουλέψτε παραπάνω, δεν έχετε ανάγκη, δεν κουράζεστε”. Παρ' όλο που το δημόσιο σύστημα σήκωσε το βάρος της πανδημίας κι οι γυναίκες αυτές θα έπρεπε να έχουν μονιμοποιηθεί, αφού ένα βρόμικο είναι και ένα επικίνδυνο νοσοκομείο, απειλούνται με απόλυση».


Η Δέσποινα μας μιλάει για τις γυναίκες παρασκευάστριες που φτιάξανε μόνες τους είδη προστασίας, για τις γυναίκες που κουβαλάνε φορεία: «Είναι απολύτως ταγμένες και πολύ κουρασμένες, μετά γυρνάνε σπίτι για να κάνουν μαγείρεμα και να βοηθήσουν τα παιδιά. Ενώ γενικά οι μητέρες στο Δημόσιο παίρνουν άδεια ειδικού σκοπού, για όλες τις γυναίκες στα δημόσια νοσοκομεία είναι πολύ περιορισμένη αυτή η δυνατότητα. Πολλές δεν παίρνουν καθόλου ή με τα χίλια ζόρια, με παρέμβαση του σωματείου, γιατί θα λείψουν από το σύστημα».


Τουλάχιστον προστατεύει το σύστημα όπως μπορεί τις μητέρες και τα παιδιά τους; Πόσο συχνά υποβάλλονται σε τεστ για Covid; «Είναι αστείο που ρωτάτε... Κάνουν τεστ μόνο όταν υπάρξει επιβεβαιωμένο κρούσμα. Μέχρι και σήμερα φοράμε τις απλές χειρουργικές μάσκες. Είμαστε ανοχύρωτη πόλη».

Εξοπλισμός προστασίας ακατάλληλος για γυναίκες

Η πανδημία αποκάλυψε πως, παρότι ο τομέας της περίθαλψης υγείας κυριαρχείται από γυναίκες, οι ανάγκες τους συχνά παραβλέπονται, ακόμα κι όσον αφορά τον κατάλληλο εξοπλισμό ατομικής προστασίας (ΕΑΠ). Σύμφωνα με την οργάνωση του ΟΗΕ Γυναίκες, καθώς εξελισσόταν η πανδημία έγινε σαφές ότι όλοι οι εργαζόμενοι δεν προστατεύονται το ίδιο απέναντι στον Covid. «Γιατί πολύ συχνά οι προδιαγραφές για ΕΑΠ σχεδιάζονται στη βάση του αντρικού σωματότυπου, έτσι που εξίσου συχνά καταλήγουν σε ακατάλληλα μεγέθη για τις γυναίκες».


Ερευνα του βρετανικού συνδικάτου Prospect έδειξε ότι (και πριν από την πανδημία) το 29% των γυναικών υγειονομικών χρησιμοποιούσαν ΕΑΠ που δεν είχε σχεδιαστεί ειδικά για αυτές. Το ίδιο ισχύει και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, επισημαίνει έκθεση του EIGE, «κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο σε αυτήν την πανδημία κατά την οποία ο κατάλληλος ΕΑΠ μπορεί να είναι σωτήριος για όσους δουλεύουν με ανθρώπους που νοσούν».

Δουλειά, τηλεργασία και φροντίδα, ένας εξουθενωτικός συνδυασμός


Η πανδημία άλλαξε τα δεδομένα (άγνωστο πόσο παροδικό θα είναι για όλους όσοι σήμερα δουλεύουν από το σπίτι), με την τηλεργασία να παρουσιάζεται σαν μια θετική εξέλιξη που συμβάλλει στη συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, καθώς θα μπορούσε να προσφέρει ευελιξία και ένα νέο μοίρασμα των δουλειών της φροντίδας. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Το βάρος επωμίστηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό οι γυναίκες.


Οι καραντίνες και τα λοκντάουν αποκάλυψαν το μέγεθος των δουλειών του σπιτιού και την τεράστια ανισότητα που γεννούν. Είναι οι δουλειές του Σίσυφου, που χάνονται μόλις γίνονται: μαγείρεμα του φαγητού της οικογένειας, καθάρισμα του σπιτιού, αλλαγή στις πάνες, βοήθεια στα μαθήματα, πλύσιμο των ρούχων… Ηταν ήδη μια άσκηση επικίνδυνης ισορροπίας ο συνδυασμός δουλειάς και σπιτιού, αλλά η κοινωνική αποστασιοποίηση που επιβλήθηκε τον μετέτρεψε σε πραγματική δοκιμασία.


8 του Μάρτη: Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας


Με τα σχολεία κλειστά, τις εξωσχολικές δραστηριότητες προγραμμένες, την τηλεκπαίδευση να απαιτεί τη γονεϊκή συνδρομή και τους παππούδες σε αυστηρή απομόνωση, το βάρος της πρόσθετης ευθύνης φροντίδας έπεσε ξανά δυσανάλογα στις γυναίκες. Ούτως ή άλλως στην Ε.Ε. το 92% των γυναικών προσφέρει στην οικογένεια απλήρωτη φροντίδα αρκετές φορές την εβδομάδα και το 81% το κάνει καθημερινά, με τα αντίστοιχα ποσοστά για τους άντρες να είναι 68% και 48%. Πριν από αυτήν την κρίση οι Ευρωπαίες δαπανούσαν σε αυτές τις δουλειές συνολικά 3,9 ώρες την ημέρα έναντι 2,6 ωρών των αντρών. Αυτό το έμφυλο χάσμα είναι ακόμα μεγαλύτερο στην Ελλάδα όπου το 75% των γυναικών ασχολείται με απλήρωτες δουλειές φροντίδας καθημερινά, έναντι μόλις 16,11% των αντρών, ενώ οι Ελληνίδες αφιερώνουν σχεδόν διπλάσιο χρόνο καθημερινά από τους Ελληνες στη φροντίδα της οικογένειας: 4,1 ώρες εκείνες, 2,1 αυτοί.


Η δε τηλεργασία που μπήκε απροσδόκητα στα σαλόνια και στις κουζίνες μας –αρρύθμιστη και συχνά με όρους καταχρηστικούς– μετέτρεψε τα νοικοκυριά –που ήδη είχαν γίνει άτυπα σχολεία λόγω της τηλεκπαίδευσης– σε ακατάλληλους χώρους δουλειάς, αυξάνοντας την πίεση στις γυναίκες. Ενώ πριν από την κρίση περισσότερες γυναίκες (64%) απ' ό,τι άντρες (57%) δεν είχαν δουλέψει ποτέ με τηλεργασία, ήδη με τα πρώτα λοκντάουν αντιστράφηκαν οι όροι και το 39% των γυναικών (έναντι του 35% των αντρών) στην Ε.Ε. δούλευε «ψηφιακά» από το σπίτι, ποσοστό που έφτανε στο 46% για τις μητέρες με μικρά παιδιά.


Η πανδημία άλλαξε τα δεδομένα (άγνωστο πόσο παροδικό θα είναι για όλους όσοι σήμερα δουλεύουν από το σπίτι), με την τηλεργασία να παρουσιάζεται σαν μια θετική εξέλιξη που συμβάλλει στη συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής καθώς θα μπορούσε να προσφέρει ευελιξία και ένα νέο μοίρασμα των δουλειών της φροντίδας. Αλλά αυτό δεν συνέβη. Αν και παρατηρήθηκε κάπως μεγαλύτερη συμμετοχή των πατέρων στις αυξημένες ανάγκες φροντίδας και νοικοκυριού, ιδίως εκείνων που επίσης ήταν στο σπίτι λόγω τηλεργασίας (ή ανεργίας), το βάρος επωμίστηκαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και πάλι οι γυναίκες.


Ερευνα που διεξήγαγε το Eurofound τον Απρίλιο του 2020, στη διάρκεια των πρώτων περιοριστικών μέτρων για την αναχαίτιση της πανδημίας, ανάμεσα σε εργαζόμενους γονείς με παιδιά μικρότερα των 11 ετών, αποκάλυψε πως το ένα τρίτο (29%) των μητέρων δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί στην εργασία του (έναντι 16% των αντρών), και πάλι η μία στις τρεις (29%) μητέρες έναντι ενός στους έξι πατέρες (16%) ένιωθε υπερβολικά κουρασμένη μετά τη δουλειά για να κάνει δουλειές του σπιτιού, ενώ περισσότερες μητέρες απ' ό,τι πατέρες ήταν πιθανό να νιώθουν πίεση και στρες (23% έναντι 19%) ή κατάθλιψη (14% έναντι 9). Επιπλέον, λες και η δουλειά τους είναι λιγότερο σημαντική, οι μητέρες διακόπτονταν 50% συχνότερα από τους πατέρες όταν εργάζονταν από το σπίτι, με όποια συνέπεια μπορεί να έχει αυτό στην αποδοτικότητά τους, τις εργασιακές τους προοπτικές αλλά και την αξιοποίηση του χρόνου τους.

Οπως έλεγε εκ μέρους της πορτογαλικής προεδρίας η Σάντρα Ριμπέιρο, επικεφαλής της Επιτροπής για την Ισότητα των Φύλων, κατά την (ψηφιακή) παρουσίαση της έρευνας της EIGE: «Πρέπει να μιλήσουμε για την τηλεργασία, αλλά και να δημιουργήσουμε συνθήκες για να έχει πραγματικά θετικό αντίκτυπο στη συμφιλίωση επαγγελματικής και προσωπικής ζωής. Γιατί αυτό που έχουμε τώρα, να είμαστε σε ψηφιακή συνάντηση και συγχρόνως να ψήνουμε φαγητό στον φούρνο και να λέμε μακάρι να μη με διακόψουν τα παιδιά, είναι κάτι άλλο, μπορούμε να το αποκαλέσουμε όπως θέλουμε, αλλά δεν είναι τηλεργασία. Γιατί αυτή δεν θα πρέπει να μας επιστρέψει ή να ενισχύσει τους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους».

«Ο πατέρας λείπει, το παιδί είναι πάνω μου όλη μέρα»

Αλεξάνδρα, ηθοποιός


Η Αλεξάνδρα Ντεληθέου είναι ηθοποιός και χορεύτρια – τώρα πια, με τα θέατρα κλειστά εδώ κι έναν χρόνο, αξιοποιεί τις πρώτες της σπουδές και δουλεύει από το σπίτι ως γραφίστρια. Ταυτόχρονα μεγαλώνει την 4χρονη Σόνια που, όπως όλα τα παιδιά, βλέπει το σχολείο της... από την οθόνη. «Η μικρή κάνει ένα τέταρτο της ώρας διαδικτυακό μάθημα. Ο πατέρας λείπει, το παιδί είναι πάνω μου όλη μέρα, δεν έχει με τι να ασχοληθεί. Οι γονείς μου είναι μεγάλοι και δεν μπορούν να την κρατήσουν», μας λέει.

«Το επάγγελμά μας δεν υπάρχει, δεν έχουμε πια καμία επαφή με το αντικείμενο», τονίζει η Αλεξάνδρα. Οπως όλοι οι συνάδελφοί της, μέσα στην ανεργία στον χώρο είδε να σκάει με ορμή και το #metoo. «Είναι λυτρωτικό. Εχω χαρεί, περιμέναμε πολύ καιρό να συμβεί. Είμαι όμως πολύ θυμωμένη με τη συγκάλυψη της υπουργού. Είναι ανοιχτό το τι θα γίνει αύριο, φοβάμαι μήπως τα ξεχάσουμε γρήγορα όλα αυτά κι από τη λαχτάρα μας να ξαναπαίξουμε βρεθούμε να κάνουν οι ίδιες κλίκες κουμάντο. Θέλει μέτρο, θέλει σοβαρότητα. Και το σωματείο μας τα πάει πολύ καλά πρώτη φορά στα χρονικά».

Τι άλλαξε από την πρώτη καραντίνα μέχρι τώρα; «Τώρα είναι άρρωστοι και κοντινοί μας άνθρωποι και νεότεροι, οπότε κι εμείς έχουμε φοβηθεί. Κι εγώ θεωρώ πολύ τυχερό τον εαυτό μου: έχω ένα σπίτι, σύντροφο, παιδί – υπάρχει πολλή μοναξιά τριγύρω. Οι φίλες μου έχουν δυσκολευτεί –ειδικά οι μητέρες σε μονογονεϊκές οικογένειες– γιατί δεν βοηθάνε οι παππούδες. Οι εργένισσες, όπως και οι εργένηδες, ζορίζονται πολύ».

«Μας απείλησαν με κυρώσεις γιατί είπαμε ότι είχαμε κρούσμα»

Μαριάννα, εργαζόμενη σε σούπερ μάρκετ


Η 46χρονη Μαριάννα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, εκτεθειμένη διαρκώς στον ιό, καθώς εργάζεται σε γνωστή αλυσίδα σούπερ μάρκετ τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Πρόσφατα οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν από τη διεύθυνση ότι υπάρχει επιβεβαιωμένο κρούσμα και παρ' όλα αυτά έλαβαν την εντολή να συνεχίσουν όλοι κανονικά σαν να μη συμβαίνει τίποτα, μέχρι το κλείσιμο του καταστήματος. Δύο μέρες μετά ενημερώθηκαν για δεύτερο κρούσμα. Οταν πια επιβεβαιώθηκε και το πέμπτο κρούσμα, το κατάστημα έκλεισε πρώτη φορά για μία ημέρα. Σήμερα, μόλις σε δύο εβδομάδες, το κατάστημα μετρά 7 επιβεβαιωμένα κρούσματα από τους συνολικά 35 εργαζόμενους.


«Οταν μεταφέραμε στη διεύθυνση του καταστήματος και τη Γενική Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού της εταιρείας την ανησυχία μας και ζητήσαμε το προφανές, δηλαδή τη διενέργεια επαναληπτικών τεστ, μας απάντησαν “αν φοβάστε για την υγεία σας, μπορείτε να μείνετε σπίτι σας παίρνοντας μία εβδομάδα από την κανονική σας άδεια”», μας αφηγείται η Μαριάννα. Αλλά υπάρχει και χειρότερο: «Οταν μία συνάδελφος ανακοίνωσε στο σχολείο του παιδιού της ότι ήταν η ίδια κρούσμα, δεχτήκαμε απειλές από τους υπεύθυνους ότι θα υποστούμε κυρώσεις γιατί... κάνουμε βούκινο την εταιρεία σε όλη την περιοχή».

«Με την τηλεργασία οι ρόλοι συγκρούονται κι είναι εξαιρετικά κουραστικό»

Ελενα, αρχιτεκτόνισσα


«Δεν γίνεται να έχεις την πλάτη στο παιδί αλλά ούτε και στη δουλειά. Υπάρχουν στιγμές που χάνω την ψυχραιμία μου». Η 36χρονη Ελενα είναι αρχιτεκτόνισσα. Από την έναρξη της πανδημίας έπρεπε να βρει τις ισορροπίες ανάμεσα στον ρόλο της μαμάς και της εργαζόμενης. Δουλεύει καθημερινά στον υπολογιστή από τις 10 το πρωί ώς τις 7 το βράδυ ενώ ταυτόχρονα φροντίζει την κόρη της. «Στην αρχή το ωραιοποιήσαμε, ότι με τον εγκλεισμό μάς δίνεται χρόνος για να είμαστε με τα παιδιά μας. Αλλά με την τηλεργασία οι ρόλοι συγκρούονται κι είναι εξαιρετικά κουραστικό.


Οταν φεύγεις από το σπίτι για να πας στη δουλειά, ο ρόλος της μαμάς, έστω και για λίγο, φεύγει από πάνω σου. Τώρα πρέπει να βρίσκω καθημερινά νέους τρόπους για να ανταποκριθώ. Ενα νήπιο θέλει την προσοχή σου, ειδικά όταν πρόκειται για μονογονεϊκή οικογένεια», μας λέει η Ελενα. «Από το προνήπιο πια υπάρχουν μαθησιακοί στόχοι και βλέπω ότι σ' αυτό το διάστημα η μικρή έχει χάσει εμπειρίες, έχει δεχτεί λιγότερα ερεθίσματα. Αν και κάνει τηλεκπαίδευση μία ώρα καθημερινά, τίποτα δεν αντικαθιστά τη φυσική παρουσία. Εκεί καλούμαστε οι γονείς να καλύψουμε ένα κενό εκπαίδευσης, μη όντας εκπαιδευτικοί».

Η αξία της απλήρωτης δουλειάς

Οι δουλειές του νοικοκυριού έχουν οικονομική αξία κι όταν παραμένουν απλήρωτες μπορεί να συμβάλουν στη μεγαλύτερη φτώχεια όσων τις επιτελούν. Αυτό αναγνώρισε στην ουσία το Ανώτατο Δικαστήριο της Πορτογαλίας, καταδικάζοντας στα τέλη Φεβρουαρίου έναν άντρα να αποζημιώσει με 60.782 ευρώ την πρώην σύζυγό του για τις δουλειές του νοικοκυριού που είχε αναλάβει εξ ολοκλήρου επί σχεδόν 30 έτη. Η απόφαση συνιστά ευρωπαϊκό δικαστικό προηγούμενο, ορίζοντας πως οι δουλειές του νοικοκυριού όταν γίνονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από ένα μόνο άτομο «συμβάλλουν στην πραγματική φτωχοποίησή του», ενώ το άλλο μέλος του ζευγαριού ωφελείται οικονομικά, δηλαδή πλουτίζει, γιατί εξοικονομεί χρήματα που θα πλήρωνε ή τον χρόνο που κέρδισε επειδή απαλλάχτηκε από αυτές.

Η πανδημία βάθυνε το χάσμα

Ερευνα που έγινε σε ΗΠΑ, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία μετά το πρώτο κύμα του κορονοϊού έδειξε πως μπορεί να αυξήθηκαν οι ώρες που άντρες και γυναίκες αφιερώνουν στις δουλειές της φροντίδας και του σπιτιού, αλλά ενώ οι άντρες τις αύξησαν κατά μέσο όρο 10 ώρες την εβδομάδα, οι γυναίκες επιβαρύνθηκαν με ακόμα 15 ώρες ή 31% περισσότερο: πριν από την πανδημία οι άντρες αφιέρωναν 25 ώρες και οι γυναίκες 35, μετά αυξήθηκαν στις 50 και 65, αντίστοιχα. Στο δε Βέλγιο οι στατιστικές έδειξαν πως άντρες και γυναίκες αύξησαν τον χρόνο που αφιέρωναν καθημερινά στα παιδιά και το νοικοκυριό, αλλά οι γυναίκες εξακολουθούσαν να προσφέρουν 30 λεπτά περισσότερα την ημέρα από τους άντρες και εκείνοι απολάμβαναν μία ώρα περισσότερο ελεύθερο χρόνο από αυτές.