ΕΣΥ: «Κυβέρνηση-dealer για τους κλινικάρχες»

Αρχές Νοεμβρίου του 2020 το Documento δημοσίευσε σοκαριστικές περιγραφές νοσοκομειακών γιατρών που αντιμετώπιζαν ακραία παραμελημένα περιστατικά. Μια «κρυμμένη νοσηρότητα» που προέκυψε από τη μονοθεματικότητα των νοσοκομείων στο προηγούμενο κύμα της πανδημίας, αλλά και από τον φόβο των ασθενών να πλησιάσουν την πύλη του νοσοκομείου. Ηδη από τις αρχές της πανδημίας οι γιατροί έβλεπαν να «εξαφανίζονται» τα εμφράγματα και να «μειώνονται» οι καρκίνοι κάνοντας τραγικές προβλέψεις, οι οποίες δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν.


Ένα χρόνο μετά το ΕΣΥ συνεχίζει να «λυγίζει» από την πανδημία και η συσσωρευμένη νοσηρότητα εμφανίστηκε πλέον για τα καλά. Τα νοσοκομεία εδώ και μήνες δέχονται στις εφημερίες τους δεκάδες περιστατικά non Covid που δεν μπορούν να «κρυφτούν», ενώ ταυτόχρονα οι εισαγωγές Covid-19 ασθενών είναι στο κόκκινο. Μάλιστα, όπως εξηγούν οι γιατροί, χιλιάδες χειρουργεία που είχαν «παγώσει» στα προηγούμενα κύματα της πανδημίας προσπαθούσαν να βρουν τη σειρά τους ύστερα από πολλούς μήνες αναμονής. Ενδέχεται όμως να μην τη βρουν πάλι.


Η «οδηγία» του υπουργείου Υγείας να μειωθούν για άλλη μια φορά τα χειρουργεία όπου κριθεί απαραίτητο αποτελεί την κυβερνητική παραδοχή ότι η διαχείριση της πανδημίας είναι ολοκληρωτικά λάθος και το χειρότερο είναι πως αυτό το λάθος επαναλαμβάνεται δίνοντας καθημερινά πελατεία στις ιδιωτικές δομές υγείας.


«Η κυβέρνηση λειτουργεί κυριολεκτικά ως dealer ιδιωτικών συμφερόντων. Σκοπεύει να πατήσει πάνω στα αποκαΐδια ενός συστήματος υγείας που το διαλύει η ίδια καθημερινά για να ενισχύσει την ιδιωτική υγεία και να ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ιδιωτικοποίηση του ΕΣΥ» λέει στο Documento η πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων του Ασκληπιείου Βούλας και μέλος της ΕΓ της ΟΕΝΓΕ Δέσποινα Τοσονίδου και συνεχίζει: «Δεν τους ενδιαφέρει να σωθούν περισσότεροι είτε από Covid είτε από τη μη Covid νοσηρότητα. Τους ενδιαφέρει να γεμίζουν οι τσέπες των μεγάλων ιδιωτικών ομίλων στην υγεία. Είναι τόσο σαφές αυτό καθώς μόλις μία ημέρα μετά το έγγραφο που έφυγε από το υπουργείο Υγείας προς τους διοικητές των νοσοκομείων –για περιορισμό των τακτικών χειρουργείων έως και κατά 80%– βγήκε ο Αδωνης Γεωργιάδης και μίλησε για κοσμογονία επενδύσεων στην ιδιωτική υγεία».


«Η κυβέρνηση τους κλείνει ξανά την πόρτα του ΕΣΥ»


Εχοντας από την πρώτη στιγμή προτεραιότητα την ανθρώπινη ζωή οι γιατροί αντιδρούν στη μείωση των χειρουργείων, καθώς βλέπουν ότι αυτό μπορεί να κοστίσει ακόμη και τη ζωή των ασθενών. «Το μεγάλο κομμάτι των ασθενών αυτών δεν θα πάει πουθενά γιατί στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν έχουν οικονομική δυνατότητα να απευθυνθούν στα ιδιωτικά θεραπευτήρια. Εάν το κάνουν, θα αναγκαστούν να χρυσοπληρώσουν αυτό που θα έπρεπε να παρέχεται δωρεάν, τη θεραπείας τους» εξηγεί η Δέσποινα Τοσονίδου.


Η γιατρός περιγράφει την τεράστια αναμονή που θα προκαλέσει και πάλι αυτή η τακτική: «Τον Μάρτιο του 2021 που δόθηκε η εντολή από το υπουργείο Υγείας για μείωση έως 80% των τακτικών χειρουργείων μεγάλωσαν οι λίστες αναμονής στα δύο χρόνια. Ακόμη και σήμερα δηλαδή οι ασθενείς που εξυπηρετούνταν περιλαμβάνονταν από τότε στη λίστα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που περιμένουν από τότε να χειρουργηθούν και δεν θα χειρουργηθούν ούτε τώρα, γιατί η κυβέρνηση κλείνει ξανά την πόρτα του ΕΣΥ στα μούτρα αυτών των ασθενών».


Οπως εξηγεί η ίδια, οι επιπτώσεις στην υγεία τους θα είναι δραματικές: «Πολλοί από αυτούς θα βιώσουν δραματική επιδείνωση της υγείας τους και αυτό μπορεί να είναι μοιραίο. Οσοι τα καταφέρουν θα είναι οι τυχεροί ή εκείνοι που θα έχουν την οικονομική δυνατότητα να πάνε στα ιδιωτικά θεραπευτήρια».


Χαρακτηριστικό της δραματικής κατάστασης που επικρατεί σε ορισμένα νοσοκομεία είναι όσα περιγράφει ο καθηγητής Παθολογίας Ρευματολογίας και διευθυντής της Δ’ Παθολογικής Κλινικής στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος Γαρύφαλλος: «Οταν για παράδειγμα είχαμε ένα νόσημα το οποίο χρειαζόταν χειρουργική αντιμετώπιση, καλούσαμε τους χειρουργούς και γινόταν ένας προγραμματισμός έστω και μακρύς. Αυτήν τη στιγμή δεν τους καλούμε, δεν έχει νόημα, γιατί ο προγραμματισμός για μια χολοκυστεκτομή πιθανόν να πηγαίνει το 2023. Για την οξεία κατάσταση φυσικά ενημερώνονται και έρχονται και συμβάλλουν».


Κραυγή αγωνίας: «Θέλουμε χέρια»


Ενώ οι εφιαλτικές εφημερίες δεν σταματούν, κάποιες βασικές διαφορές σε σχέση με πέρυσι επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Πρώτον, από τα νοσοκομεία απουσιάζουν οι ανεμβολίαστοι υγειονομικοί που δεν αντικαταστάθηκαν. Δεύτερον, τα νοσοκομεία είναι σε πλήρη λειτουργία. Ο συνδυασμός αυτός είναι εκρηκτικός, όπως εξηγούν οι γιατροί της πρώτης γραμμής. «Ρωτάνε πολλοί πέρυσι πώς λειτουργήσατε στο πικ της πανδημίας και είχαμε 350 κρεβάτια Covid. Πέρυσι όντως λειτουργήσαμε σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Επειδή όμως υπήρχε το lockdown και τα εξωτερικά ιατρεία ήταν κλειστά, υπολειτουργούσαν όλες αυτές οι ειδικότητες, άρα δεν είχαμε να χειριστούμε Covid και non Covid ασθενείς. Επομένως δώσαμε το μεγαλύτερο βάρος στους ασθενείς Covid. Τώρα σε μια γενική εφημερία –όπως έγινε την προχτεσινή ημέρα– είχαμε 97 εισαγωγές Covid στο Ιπποκράτειο και 55 εισαγωγές non Covid» σκιαγραφεί με μελανά χρώματα την κατάσταση ο καθηγητής Αλ. Γαρύφαλλος.


«Δεν έχουμε το προσωπικό για να το μοιράσουμε και να μπορούμε να διαχειριστούμε αυτούς τους ασθενείς. Το παθολογικό κομμάτι στο νοσοκομείο είναι σε πλήρη λειτουργία, τα εξωτερικά ιατρεία λειτουργούν (κατά 80-90%), οι εφημερίες είναι κανονικές και αυξημένες λόγω της συσσωρευμένης νοσηρότητας στον πληθυσμό και έχουμε να διαχειριστούμε και 97 εισαγωγές Covid. Αυτό είναι σαν να προσπαθείς να τετραγωνίσεις τον κύκλο. Δεν γίνεται και φτάνουμε σε αδιέξοδο» καταλήγει ο ίδιος.


«Για να μπορέσουμε να καλύψουμε τις ολοένα αυξανόμενες ανάγκες του κόσμου δεν φτάνουμε, θέλουμε χέρια. Δεν μπορείς να εξασφαλίζεις απλώς τη ζωή» εξηγεί ο πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων του Ευαγγελισμού Γιώργος Φερεντίνος και συνεχίζει: «Δεν είναι το νοσοκομείο χώρος που θα εξασφαλίζεται απλώς το επείγον. Είμαστε σε μια κατάσταση που πρέπει να συζητάμε άλλα θέματα στην κοινωνία όσον αφορά την υγεία. Πρέπει να συζητάς την πρόληψη, τη χρόνια παρακολούθηση, τη φαρμακοεπαγρύπνηση σε εμβολιαστικά προγράμματα. Δεν είναι μόνο να εξασφαλίσεις ότι ο άλλος δεν θα πεθάνει περνώντας την πύλη του νοσοκομείου».


Οπως σημειώνει ο ίδιος, δύο χρόνια μετά θα έπρεπε να είχαμε εξειδικευμένους εντατικολόγους. «Στο πρώτο κύμα όλοι προσφερθήκαμε να βοηθήσουμε και έβλεπες ακόμη και τον οφθαλμίατρο να “ακούει” την πνευμονία. Τώρα είμαστε δύο χρόνια μετά. Σε ένα άλλο κράτος που θα είχε επίκεντρο τον άνθρωπο και όχι την ιδιωτικοποίηση των νοσοκομείων, θα είχε τελειωμένους γιατρούς εξειδικευμένους εντατικολόγους –γιατί δύο χρόνια είναι η εξειδίκευση– άρα δεν θα είχε το άλλοθι ότι δεν έχω αυτήν τη στιγμή γιατρούς αλλά έχω κρεβάτια. Θα είχε και γιατρούς και κρεβάτια. Δύο χρόνια μετά δεν μπορείς να πεις δεν ξέρω, δεν γνωρίζω» καταλήγει.


Οι επιπτώσεις του άνοιξε κλείσε


Οι ασθενείς ήρθαν από την αρχή της πανδημίας πολλές φορές αντιμέτωποι με την κλειστή πόρτα του ΕΣΥ αλλά και με τον φόβο, γεγονός που είχε τραγικά αποτελέσματα για την υγεία τους. Οπως εξηγεί η Δέσποινα Τοσονίδου, οι ασθενείς χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες: «Η μια κατηγορία είχε μπει σε μια σειρά παρακολουθούμενη από τον γιατρό της κι αυτοί απορρυθμίστηκαν τελείως (διαβητικοί, καρδιολογικοί, ρευματολογικοί, με αυτοάνοσα νοσήματα). Η άλλη κατηγορία ασθενών –η πιο δύσκολη από όλες επειδή έκλεισαν και τα τακτικά ιατρεία– παραμέλησαν τελείως τον εαυτό τους φοβούμενοι να έρθουν στο νοσοκομείο, με αποτέλεσμα να διαγιγνώσκονται καρκίνοι σε προχωρημένο στάδιο, τέτοιο που δεν επιτρέπει αισιοδοξία για την πρόγνωση».


«Οταν έχουν κλείσει για μεγάλο διάστημα τα εξωτερικά ιατρεία δεν υπάρχει η ανάλογη διερεύνηση των κανονικών περιστατικών, δεν υπάρχει η παρακολούθηση των χρόνιων περιστατικών, όλα αυτά προκάλεσαν πάρα πολλά προβλήματα. Εχουμε δει αυξημένη νοσηρότητα και προχωρημένες καταστάσεις σε νοσήματα που δεν τις βλέπαμε τον παλαιότερο καιρό» εξηγεί ο καθηγητής Αλ. Γαρύφαλλος.


Μειώθηκαν στο μισό οι νέες διαγνώσεις καρκίνου


Θλιβερή επιβεβαίωση όσων έλεγαν από την αρχή της πανδημίας οι γιατροί είναι τα μειωμένα νούμερα των νέων διαγνώσεων για τους καρκίνους. «Σύμφωνα με στοιχεία από έρευνες που έγιναν, το 2020 είχαμε κατά 50% μείωση των νέων διαγνώσεων με καρκίνο και αυτό συνέβη επειδή οι άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση ή φοβούνταν ή δεν μπορούσαν να βρουν τρόπο να κάνουν εξετάσεις» αναφέρει ο γραμματέας του ΔΣ της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καρκίνου Γιώργος Καπετανάκης.


Ο ίδιος εξηγεί ότι ήδη έχουν φανεί τα πρώτα σημάδια: «Εχουμε πολλούς παραμελημένους καρκίνους και έχουμε πολλούς καρκίνους σε προχωρημένα στάδια. Πολλοί που έπρεπε να κάνουν τους τρίμηνους, εξάμηνους, ετήσιους ελέγχους δεν έχουν πρόσβαση ακόμη σε αυτούς. Ηδη γίνονται με μεγάλη καθυστέρηση και αυτό σημαίνει ότι δεν θα ανιχνευτεί έγκαιρα μια υποτροπή της νόσου για να αντιμετωπιστεί καλύτερα» σημειώνει και συνεχίζει: «Η Ελληνική Ομοσπονδία Καρκίνου έκανε έρευνα μεταξύ των ασθενών αλλά και των φροντιστών τους και διαπίστωσε ότι ένας στους δύο ασθενείς ήταν δυσαρεστημένος. Ενας στους δύο ανέφερε ότι είχε καθυστέρηση επικοινωνίας με τον γιατρό του. Αρκετοί είχαν ακύρωση των ραντεβού, αρκετοί δεν μπορούσαν να προγραμματίσουν κάποιες επεμβάσεις που ήταν προγραμματισμένες και το 40% δήλωσε ότι υπέστη οικονομική επιβάρυνση λόγω της πανδημίας προκειμένου να μπει στη διαδικασία να κάνει τη θεραπεία του όπου μπορούσε να την κάνει. Δηλαδή να απευθυνθεί στον ιδιωτικό τομέα κατά κύριο λόγο».


Ο ιδιωτικός τομέας είναι ανάγκη και όχι επιλογή


Ο ιδιωτικός τομέας για πολλούς είναι μονόδρομος, ακόμη και αν χρειαστεί να ξεπουλήσουν τις περιουσίες τους. «Σε μεγάλο βαθμό έχουμε διαπιστώσει ότι οι ασθενείς κατευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα. Σε μεγάλο βαθμό υπάρχει αδυναμία εξυπηρέτησης στον δημόσιο τομέα. Ουσιαστικά για τους ασθενείς δεν είναι επιλογή ο ιδιωτικός τομέας, είναι ανάγκη για να μπορέσουν να έχουν την αντιμετώπιση που χρειάζονται, διότι δεν υπάρχει πάντα η δυνατότητα να έχουν έγκαιρη αντιμετώπιση στο δημόσιο. Το συναντάμε πολύ συχνά όλη τη χρονιά φέτος» εξηγεί ο Γ. Καπετανάκης.


Ενώ τα νοσοκομεία βουλιάζουν, οι ιδιωτικές δομές υγείας ανθίζουν: «Η δουλειά στον ιδιωτικό τομέα εκτός από το διάστημα του Μαρτίου του 2020 μέχρι το καλοκαίρι του 2020 δεν έχει πέσει καθόλου και μάλιστα είναι και πολύ αυξημένη σε σχέση με άλλες χρονιές και στο πρωτοβάθμιο επίπεδο και στο δευτεροβάθμιο» εξηγεί ο πρόεδρος του Σωματείου Προσωπικού Ιδιωτικών Κλινικών Δημήτρης Αλεξόπουλος.


Ο ίδιος εξηγεί τους δύο βασικούς λόγους που συμβαίνει αυτό: «Ο πρώτος λόγος είναι ότι ακόμη και την περίοδο που λειτουργούσαν τα δημόσια νοσοκομεία κανονικά υπήρξε δυσκολία να εξυπηρετηθεί ο κόσμος και ήρθαν αναγκαστικά στα ιδιωτικά. Ο δεύτερος είναι επειδή γίνεται μείωση των τακτικών χειρουργείων».


Πάντως, παρά τα ανυπολόγιστα κέρδη του ιδιωτικών δομών υγείας οι εργαζόμενοι παραμένουν με μισθούς πείνας, με αποτέλεσμα να παραιτούνται: «Το προσωπικό είναι περιορισμένο και η έλλειψη δεν οφείλεται μόνο στο ότι δεν γίνονται προσλήψεις αλλά και στο ότι πολλοί εργαζόμενοι παραιτούνται από τον φόρτο εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς. Η εργοδοσία για να κερδίσει χρόνο καταφεύγει σε ατομικές παροχές με μορφή μπόνους, αλλά δεν θέλει να υπογράψει συλλογική σύμβαση εργασίας με αυξήσεις».