top of page

Βαπτίζουν τα συντρίμμια στην Υγεία «νέο ΕΣΥ»

«Σταματήστε επιτέλους τα fake news. Εθνικό Σύστημα Υγείας έχουμε και θα εξακολουθούμε να έχουμε». Αυτό δήλωνε στις 9 Ιουνίου από την Αιδηψό, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ο Κυριάκος Μητσοτάκης, δίνοντας παράλληλα διαβεβαιώσεις ότι θα ασχοληθεί προσωπικά με το πρότζεκτ «Νέο ΕΣΥ» κατά την διάρκεια της επόμενης τετραετίας, όντας… σοφότερος από την περίοδο της πανδημίας. Την ίδια περίοδο που ο λαός κατάλαβε με τον πιο «σκληρό» τρόπο την αναγκαιότητα για ένα ισχυρό ΕΣΥ.


Ακόμα πιο πρόσφατο παραμύθι της κυβέρνησης αποτελεί ο ισχυρισμός ότι τα χρήματα από την φοροεξόντωση των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων και των μικρών ελεύθερων επαγγελματιών θα δοθούν για την Υγεία και την Παιδεία. Παράλληλα, σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας, δρομολογούνται άμεσα 6.500 προσλήψεις στο ΕΣΥ. «Οι 6.500 προσλήψεις σε σύνολο 30.000 κενών οργανικών θέσεων με βάση τα ξεπερασμένα οργανογράμματα δεν φτάνουν να καλύψουν τις συνταξιοδοτήσεις και τις παραιτήσεις», απαντά η Ομοσπονδία Ενώσεων Νοσοκομειακών Γιατρών Ελλάδος (ΟΕΝΓΕ).


Ενδεχομένως οι προσλήψεις να γίνουν ξανά με τον «μαγικό» τρόπο που πραγματοποιήθηκαν και κατά την περίοδο της πανδημίας όταν η κυβέρνηση διαφήμιζε ότι προχώρησε σε 20.000 προσλήψεις στο ΕΣΥ, εκ των οποίων οι 4.000 ήταν μόνιμο προσωπικό. Σύμφωνα πάντως με μελέτη του Κέντρου Έρευνας και Εκπαίδευσης στη Δημόσια Υγεία, την Πολιτική Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΚΕΠΥ) την τριετία 2019-22 το «μόνιμο προσωπικό του ΕΣΥ παρέμεινε στάσιμο».


Οι γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία έχοντας ξεπεράσει προ πολλού τα όριά τους προχωρούν, με απόφαση της ΟΕΝΓΕ, σε 48ωρη απεργία στις 29 και 30 Νοεμβρίου και σε πανελλαδική απεργιακή συγκέντρωση στις 30/11 (12 μ.) στο υπουργείο Υγείας. Διήμερο τοπικών δράσεων και πανελλαδική στάση εργασίας την Πέμπτη 30/11 (11 π.μ. – 3 μ.μ.) έχει εξαγγείλει και η ΠΟΕΔΗΝ. Διεκδικώντας μεταξύ άλλων διπλασιασμό του προσωπικού και των μισθών καθώς και αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για το δημόσιο σύστημα υγείας.


Στα όριά τους νοσοκομεία και προσωπικό


Σε οριακή κατάσταση βρίσκονται τα δημόσια νοσοκομεία και στην Αττική με τους εργαζόμενους να έρχονται κατ’ εξακολούθηση αντιμέτωποι με την τρομακτική έλλειψη προσωπικού.


Γιατροί και νοσηλευτές χαρακτηρίζουν την υποστελέχωση «δραματική» και επικίνδυνη για την υγεία των ασθενών καθώς ένας γιατρός καλείται να ανταποκριθεί σε υπερπολλαπλάσια δουλειά.


Υπερεφημέρευση, συνεχείς μετακινήσεις, λουκέτα σε τμήματα και κλινικές και αναβολές προγραμματισμένων χειρουργείων είναι κάποιες από τις συνθήκες που βιώνουν οι εργαζόμενοι.

Τα νοσοκομεία λειτουργούν πλέον με ρυθμούς εργοστασίων, με εξαντλητικά ωράρια και πολύ χαμηλούς μισθούς σχετικά με το φόρτο εργασίας που υφίσταται. Αξίζει να σημειωθεί ότι πλέον, οι εφημερίες δεν φορολογούνται αυτοτελώς όπως παλιότερα, με χαμηλό συντελεστή, αλλά φορολογούνται ενιαία με αποτέλεσμα να μειώνονται σημαντικά οι απολαβές των γιατρών. Μάλιστα, ο χρόνος των εφημεριών δεν προσμετράται καν στα συντάξιμα χρόνια, παρόλο που υπάρχουν ειδικότητες που μπορεί να κάνουν και δέκα εφημερίες σε ένα μήνα.


«Περίπου 800-1000 ασθενείς έρχονται σε κάθε εφημερία, οι οποίοι λόγω της τρομακτικής υποστελέχωσης βιώνουν έναν πραγματικό γολγοθά μέχρι να φτάσουν στο γιατρό και να πουν το πρόβλημά τους και πόσο μάλλον να το αντιμετωπίσουν. Στις εφημερίες υπάρχει τρομακτικός φόρτος εργασίας, το προσωπικό δεν είναι το απαραίτητο ούτε σε γιατρούς, ούτε σε νοσηλευτές, ούτε σε τραυματιοφορείς, ούτε σε τεχνολόγους, όλα τα πόστα υποφέρουν από υποστελέχωση. Οι αναμονές είναι πολύ μεγάλες, μπορεί να φτάσουν τις 6 με 7 ώρες, κάποιες φορές και τις 8 με 10 και μετά αφού εξεταστούν η διακίνηση μέχρι τη νοσηλεία είναι πάρα πολύ δύσκολη», εξηγεί στο Πριν η επιμελήτρια Α΄ παθολόγος των ΤΕΠ στο «Γ. Γεννηματάς», Μαρία Καραμπέλη.


Όπως αναφέρει, οι τραυματιοφορείς είναι λιγοστοί ενώ τα διαθέσιμα κρεβάτια μηδενικά. «Για παράδειγμα τις προηγούμενες μέρες είχαμε γενική εφημερία και το νοσοκομείο ξεκινούσε με 50 ελεύθερες κλίνες. Με τις εισαγωγές να μην είναι ποτέ κάτω από 150, αυτοί οι ασθενείς κάνουν πάρα πολλές ώρες είτε να βρουν κανονικό κρεβάτι είτε φυσικά νοσηλεύονται σε ράντζα», σημειώνει ενώ χαρακτηρίζει «ανακρίβειες και ψέματα» της κυβέρνησης τους ισχυρισμούς ότι τα ράντζα έχουν εξαφανιστεί στην πλειοψηφία των νοσοκομείων. Παράλληλα επισημαίνει ότι η αναμονή για τα χειρουργεία μπορεί να φτάσει έως και το ένα έτος ενώ υπάρχει τεράστια αναμονή και για κάποιες εξετάσεις, η οποία μπορεί να φτάσει έως και έξι μήνες.


Για μία κατάσταση αφόρητη με αποτέλεσμα το σύστημα να έχει φτάσει στο όριό του κάνει λόγο η γιατρός, μέλος ΔΣ του σωματείου εργαζομένων Νίκαιας και της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας-Πειραιά (ΕΙΝΑΠ), Όλγα Κοσμοπούλου. Στο Nοσοκομείο Νίκαιας, όπως εξηγεί, το κορυφαίο ζήτημα που αντιμετωπίζουν αυτή την στιγμή είναι ο αξονικός τομογράφος, όπου δεν υπάρχει πλήρης κάλυψη. Προς το παρόν, όπως αναφέρει η Όλγα Κοσμοπούλου, με πρόχειρες λύσεις επιχειρούν να καλύψουν αυτό το κενό, φέρνοντας προσωπικό από άλλα νοσοκομεία στο Τμήμα Αξονικής και Μαγνητικής Τομογραφίας. Παράλληλα, επισημαίνει ότι, αποπειράθηκαν να δώσουν σε ιδιωτική εταιρεία την λειτουργία του αξονικού, ωστόσο βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις αντιδράσεις τόσο των ίδιων των εργαζομένων όσο και με τις εξωφρενικές απαιτήσεις σε χρήματα από τους ιδιώτες.


Εκτός ωστόσο από το ζήτημα του αξονικού τομογράφου, οι εργαζόμενοι αλλά και οι ασθενείς στο νοσοκομείο Νίκαιας αντιμετωπίζουν πολύ άσχημες συνθήκες. «Στη Νίκαια έχουμε τη χειρότερη κτιριακή υποδομή. Πολύ άσχημες συνθήκες νοσηλείας για τους ασθενείς και ένα τραγικά υποστελεχωμένο νοσοκομείο. Για παράδειγμα εκεί που στα άλλα νοσοκομεία ανά τμήμα υπάρχουν 10 παθολόγοι σε εμάς υπάρχουν πέντε, δηλαδή 15 συνολικά για τρία τμήματα. Είναι πάρα πολύ μεγάλο θέμα η υποστελέχωση. Η κίνησή μας είναι αντίστοιχη με του Ευαγγελισμού, 1.000-1.200 άτομα έρχονται σε κάθε εφημερία και παρόλες τις αντίξοες συνθήκες προσπαθούν οι γιατροί και οι νοσηλευτές να ανταποκριθούν. Έχουμε τμήματα που δεν έχουν άλλα νοσοκομεία, κάνουμε σημαντική προσπάθεια που πια όμως έχουμε φτάσει στα όρια μας», επισημαίνει στο Πριν η Όλγα Κοσμοπούλου.


«Η κλιμάκωση και ο συνεχής αγώνας είναι μονόδρομος γιατί ο σχεδιασμός της κυβέρνησης είναι για κατάργηση του συστήματος. Δεν τους ενδιαφέρει καθόλου η περίθαλψη των λαϊκών στρωμάτων», τονίζει. «Η κατάσταση στα νοσοκομεία είναι οριακή. Είναι σε καθεστώς υπολειτουργίας πάρα πολλά χρόνια, οπότε προσπαθούμε να οργανωθούμε, να κινητοποιηθούμε, να διαδηλώσουμε γιατί δεν πάει άλλο. Είναι σαφές για την κυβέρνηση ότι η υγεία είναι κόστος, ό,τι λεφτά δίνονται είναι βαρίδι για τον κρατικό προϋπολογισμό. Οπότε με βάση αυτό το κριτήριο κάνουν και θα συνεχίσουν να κάνουν τρομακτικές περικοπές», προσθέτει από την πλευρά της η Μαρία Καραμπέλη.


Τεράστια κενά και σημαντικές ελλείψεις παρατηρούνται και στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και της Βόρειας Ελλάδος, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, καθώς εδώ και χρόνια δεν γίνονται προγραμματισμένα οι προκηρύξεις για την κάλυψη των μόνιμων πάγιων οργανικών θέσεων.


Αντίθετα γίνονται κατά διαστήματα με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των διαφόρων τμημάτων του εκάστοτε νοσοκομείου. Μάλιστα, σε ότι αφορά το μόνιμο προσωπικό υπάρχουν ελλείψεις της τάξεως του 30% περίπου σε μόνιμες οργανικές θέσεις.


«Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα είναι η διαρκής μετακίνηση των γιατρών από τη Θεσσαλονίκη στην επαρχία προκειμένου να “μπαλώσουν” τα τεράστια κενά στα νοσοκομεία και κέντρα υγείας της περιφέρειας. Για παράδειγμα, από το δικό μου τμήμα, τη Νεφρολογική, καλύπτουμε από τον Αύγουστου μέχρι και τον Δεκέμβριο, κάποιες εφημερίες από το Νοσοκομείο Πολυγύρου. Παθολόγοι μετακινούνται για να καλύψουν κενά, είτε στη Δράμα είτε στο Κιλκίς, κάνοντας είτε εφημερίες είτε το πρωϊνό ωράριο. Ακόμη, οι ακτινολόγοι επιβαρύνονται, με πρόσθετο βάρος να καλύπτουν το Ακτινολογικό Τμήμα του Πολυγύρου. Μάλιστα άλλες φορές απαιτείται να μεταβούν στον Πολύγυρο για να βοηθήσουν ή ακόμη και να κάνουν διάγνωση απομακρυσμένα. Τέλος, ένα ακόμη ιδιαίτερα ταλαιπωρημένο τμήμα είναι αυτό των αναισθησιολόγων. Οι δυσκολίες και σε αυτό το τμήμα είναι πάρα πολλές, το ίδιο και οι ανάγκες σε προσωπικό, με αποτέλεσμα να καλύπτονται οριακά οι προγραμματισμένες μέρες χειρουργείου» δηλώνει στο Πριν ο Διευθυντής ΕΣΥ Σάκης Σιούλης, ο οποίος εργάζεται στο ΑΧΕΠΑ.


Περιφερειακά νοσοκομεία: Υποβιβάζονται σε κέντρα υγείας


Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι αρκετά νοσοκομεία της περιφέρειας έχουν σχεδόν υποβαθμιστεί σε κέντρα υγείας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Γενικό Νοσοκομείο Άρτας.


Το νοσοκομείο εξυπηρετεί όχι μόνο τον νομό με τον ορεινό όγκο αλλά και όμορους νόμους (Λευκάδα, Άρτα, Αιτωλοακαρνανία) καθώς και την Πρέβεζα όπου και εκεί το νοσοκομείο βρίσκεται υπό διάλυση. Σοβαρά προβλήματα υποστελέχωσης αντιμετωπίζουν σχεδόν όλα τα τμήματα και οι κλινικές.


Το Ακτινολογικό Τμήμα λειτουργεί με έναν μόνιμο γιατρό και μία γιατρό με τρίμηνη απόσταση από Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, ενώ θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον τρεις. Η Χειρουργική Κλινική λειτουργεί στα όρια μετά από συνταξιοδοτήσεις γιατρών ενώ στην Πνευμονολογική, την μόνη στην ευρύτερη περιοχή εκτός από την αντίστοιχη του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, υπάρχουν μόλις τρεις πνευμονολόγοι με αποτέλεσμα την αδυναμία κατάρτισης ασφαλών μηνιαίων προγραμμάτων εφημέρευσης. Επίσης, η Μονάδα Τεχνητού Νεφρού λειτουργεί με δύο μόλις γιατρούς. Ως δια… μαγείας, άνοιξε στην πόλη ιδιωτική μονάδα.


«Το 1/3 των οργανικών θέσεων στο νοσοκομείο είναι κενό και το ποσοστό προβλέπεται στο τέλος του χρόνου να αυξηθεί. Μάλιστα πρόκειται για κουτσουρεμένες θέσεις μετά τις περικοπές που έγιναν το 2012, την περίοδο των μνημονίων, με την μείωση του αριθμού των κλινών. Ακόμα και όλες να καλυφθούν, δεν φτάνουν. Πρέπει να επανακηρυχθούν με βάση τις πραγματικές ανάγκες», δηλώνει στο Πριν η Ελένη Γκιόκα, παιδίατρος στο Νοσοκομείο Άρτας και μέλος ΔΣ της Ένωσης Ιατρών Νοσοκομείων Ηπείρου (ΕΙΝΗ). Παράλληλα προσθέτει ότι και οι ειδικευόμενοι γιατροί είναι ελάχιστοι καθώς η δουλειά είναι εξοντωτική και τα κίνητρα ανύπαρκτα. Οι υγειονομικοί και ο σύλλογος εργαζομένων έχουν καταθέσει από το καλοκαίρι και υπόμνημα στον εισαγγελέα για την λειτουργία του νοσοκομείου.


Και όταν λέμε ότι νοσοκομεία έχουν «μετατραπεί» σε κέντρα υγείας, δεν έχουμε παρά να δούμε την κατάσταση που επικρατεί στην Βόρεια Ελλάδα. Το Κέντρο Υγείας Μηχανιώνας λειτουργεί με το ένα τρίτο του στοιχειωδώς απαιτούμενου προσωπικού. «Είναι μια κατάσταση που δεν αφορά μόνο το υγειονομικό προσωπικό, αλλά αφορά όλο τον κόσμο. Στα κέντρα υγείας, όπως και στα νοσοκομεία επικρατεί μια πρωτόγονη κατάσταση, από την οποία συνεπάγεται φυσικά και τεράστια εργασιακή πίεση. Στο δικό μας κέντρο υγείας, είμαστε δέκα γιατροί ενώ κανονικά θα έπρεπε να είμαστε τριάντα με βάση το πληθυσμό. Δεν έχουμε όμως και γενικότερα προσωπικό, με αποτέλεσμα να κάνουμε λίγο πολύ όλες τις δουλειές εμείς οι γενικοί γιατροί. Από το να σηκώνουμε το τηλέφωνο μέχρι το να διαβάζουμε μια ακτινογραφία, όλο το βάρος των εφημεριών πέφτει πάνω μας» σχολιάζει στο Πριν ο Θεόδωρος Ζδούκος, γενικός ιατρός και διευθυντής ΕΣΥ.


Θεοπίστη Καπέτα, Ιωάννα Καρδάρα, Κυριάκος Νασόπουλος


Πηγή: prin.gr

bottom of page