"Έμφραγμα" στο ΕΣΥ λόγω των μετακινήσεων των γιατρών

Με μετακινήσεις γιατρών από τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, προσπαθεί το υπουργείο Υγείας να καλύψει τα κενά που υπάρχουν στα νοσοκομεία της Βόρειας Ελλάδα, την ώρα που το νέο κύμα της πανδημίας είναι προ των πυλών και τα νοσοκομεία της πόλης ήδη αντιμετωπίζουν μεγάλες ελλείψεις σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό.


Η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να ενισχύσει το ΕΣΥ και να προχωρήσει σε προσλήψεις ιατρικού προσωπικού. Προσπαθεί, ακόμα και σε καιρό πανδημίας, με μπαλώματα και ευκαιριακές λύσεις να επιλύσει χρόνια και δυσεπίλυτα προβλήματα, παρότι οι ανάγκες νοσηλείας και θεραπείας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και απαιτούν δραστικές λύσεις.


Το αποτέλεσμα είναι να μειώνεται κάθετα το επίπεδο των υπηρεσιών υγείας και ακόμα απλές και προληπτικές εξετάσεις, να ματαιώνονται ενώ οι λίστες αναμονής των χειρουργείων και των διαφόρων ιατρικών πράξεων στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο, συνεχώς διογκώνονται και ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο.


Τις τελευταίες ημέρες και τις επόμενες, δεκάδες γιατροί της Θεσσαλονίκης έχουν μετακινηθεί και πρόκειται να μετακινηθούν προκειμένου να καλύψουν κενά ιατρών στα νοσοκομεία Πολυγύρου, Σερρών, Γρεβενών, Κοζάνης ή όπου αλλού κριθεί από τους αρμόδιους του υπουργείου Υγείας, αναγκαίο.


Μάλιστα όπως λένε και περιγράφουν οι ίδιοι οι γιατροί, οι διαδικασίες μετακίνησης θυμίζουν άλλες εποχές εξοστρακισμού και δυσμενών μεταθέσεων. Δεν υπάρχει καμία προειδοποίηση, κανένας σχεδιασμός και στρατηγική και δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα προετοιμασίας.

Μοιράζουν φύλλα πορείας


Με ένα απλό «φύλλο πορείας», οι γιατροί πρέπει να μετακινηθούν εκτός έδρας και να βρεθούν σε ένα νέο περιβάλλον, όπου δεν γνωρίζουν προσωπικό, ασθενείς και καταστάσεις εντός των νοσοκομείων.


Επί παραδείγματι από σήμερα πρέπει να μετακινηθούν 17 ακτινολόγοι από διάφορα νοσοκομεία της πόλης στο νοσοκομείο Πολυγύρου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ότι στο ογκολογικό νοσοκομείο Θεαγένειο, υπάρχει κίνδυνος να ματαιωθούν σειρά προληπτικών εξετάσεων για ασθενείς με καρκίνο.


Ανάλογες μετακινήσεις γίνονται από το Παπανικολάου, το Ιπποκράτειο ή και το Ψυχιατρικό νοσοκομείο, όπου κλινικές ολόκληρες σχεδόν δεν λειτουργούν, σοβαρά και επείγοντα χειρουργεία, ακόμα και σε παιδιά, ματαιώνονται λόγω έλλειψης γιατρών, και το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό μετά από 2 χρόνια αναστολής αδειών, δηλώνει εξουθενωμένο σωματικά και ψυχικά.


Όπως τονίζει ο πρόεδρος της Ένωσης Νοσοκομειακών Γιατρών Θεσσαλονίκης, Χρήστος Καραχρήστος, γιατρός του νοσοκομείου Παπανικολάου, «έχουμε ένα μπαράζ μετακινήσεων από όλα τα νοσοκομεία της πόλης προς τα νοσοκομεία της περιφέρειας και της Δυτικής Μακεδονίας προκειμένου να καλύψουμε κενά ενώ δημιουργούνται νέα κενά στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης». «Πρόκειται για μπαλώματα που κάνουν μεγαλύτερο κακό διότι υποβαθμίζονται οι υπηρεσίες υγείας επειδή η κυβέρνηση δεν θέλει να κάνει προσλήψεις», τονίζει και αναφέρει ότι σε καιρό πανδημίας οι γιατροί του ΕΣΥ έχουν δώσει το 110% των δυνατοτήτων του και τώρα αναγκάζονται να προσφέρουν υπηρεσίες και πάλι σε συνθήκες σωματικής και ψυχικής εξουθένωσης.


Σημειώνει δε πως η κυβέρνηση επιδιώκει την αποδυνάμωση του ΕΣΥ και τη μεταφορά υπηρεσιών Υγείας στο ιδιωτικό τομέα ενώ θέτει και μία πολύ σημαντική παράμετρο, την ασφαλιστική κάλυψη των γιατρών, όπως και το κόστος των μετακινήσεων, που καλούνται να επωμιστούν οι γιατροί και βρίσκεται σε φάση διευκρίνησης.


17 ακτινολόγοι στον Πολύγυρο


Το αποτέλεσμα βέβαια είναι τραγικό για το προσωπικό και τους ασθενείς. Η Ελσα Αβραμίδου, γιατρός στο ογκολογικό νοσοκομείο Θεαγένειο, αναφέρει ότι η μετακίνηση 17 ακτινολόγων από τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης θα κοστίσει ακριβά στους ασθενείς της πόλης καθώς θα ματαιωθούν προληπτικές εξετάσεις.


«Μας στέλνουν ακόμα και για μία ημέρα και δεν υπάρχει κανένας σχεδιασμός σε αυτές τις μετακινήσεις. Πήραν 2-3 γιατρούς από κάθε νοσοκομείο και τους στέλνουν προς Πολύγυρο ή Σέρρες, ή αλλού, με αποτέλεσμα να αλλάζουν προγράμματα και εξετάσεις», τονίζει και σημειώνει πως ο μετακινούμενος γιατρός σε ένα νέο περιβάλλον, έχει πλήρη άγνοια της κατάστασης που καλείται να αντιμετωπίσει.


Επίσης, τονίζει πως μετακινούνται γιατροί με εξειδίκευση που αιφνίδια καλούνται να προσφέρουν υπηρεσίες γενικού ιατρού και να αντιμετωπίσουν π.χ περιστατικά από τροχαία που απαιτούν ανάλογη πείρα και ετοιμότητα. «Κάνουμε ότι μπορούμε διότι δεν είμαστε γιατροί των Κέντρων Υγείας και κάτω από αυτές τις συνθήκες, όταν δεν γνωρίζεις το προσωπικό, το χώρο, τους ασθενείς και το περιβάλλον, είναι επόμενο να μη προσφέρεις καλές υπηρεσίες υγείας» τονίζει και μιλά για προχειρότητα.


Παράλληλα θέτει και το οικονομικό σκέλος, τονίζοντας πως όταν καλείσαι να καλύψεις 200 χιλιόμετρα με δικά σου έξοδα, τότε υπάρχει ένα οικονομικό ζήτημα που δεν είναι αμελητέο. Σημειώνει δε, πως η ΕΝΙΘ έχει ζητήσει νομικές συμβουλές γι’ αυτό το θέμα και έχει κάνει προσφυγή στην αρμόδια ΥΠΕ.


Για «πογκρόμ μετακινήσεων» κάνει λόγο και η Δάφνη Κατσίμπα, γραμματέας της ΕΝΙΘ τονίζοντας πως το μείζον είναι ότι η κυβέρνηση επιμένει σε μία νεοφιλελεύθερη πολιτική στον τομέα της Υγείας που στοχεύει στη ιδιωτικοποίηση της υγείας. «Μας έχουν κάνει περιοδεύοντα θίασο γιατί δεν θέλουν να κάνουν προσλήψεις. Με μετακινήσεις γιατρών και συγχωνεύσεις τμημάτων και κλινικών δεν λύνεις προβλήματα, αλλά προκαλείς καινούργια», τονίζει και δεν αποκλείει το επόμενο διάστημα οι γιατροί του ΕΣΥ να ξεκινήσουν κινητοποιήσεις.